της Μανίνας Ντάνου, kathimerini.gr*

«Μπορεί κανείς να βρει ένα εστιατόριο όπου τηρείται αυστηρά η απαγόρευση του καπνίσματος και να ευχαριστηθεί το φαγητό του σε αυτή την πόλη;» Η αγωνιώδης και ελαφρώς οργισμένη ερώτηση φίλου που ζει στο εξωτερικό και επισκέφτηκε την Αθήνα για τις γιορτές ήρθε να προστεθεί σε ανάλογους προβληματισμούς που είχαν πρόσφατα εκφράσει και άλλοι γνωστοί, που είχα δει να καταγράφονται σε ποστ στο Facebook και ερωτήσεις στο trip advisor, που είχαν ακουστεί σε κουβέντες μεταξύ νέων γονιών οι οποίοι αναρωτιούνται πού να πάνε για φαγητό με τα παιδιά τους χωρίς να τα πνίξουν στον καπνό.

Ηξερα ότι υπάρχουν εστιατόρια που το τηρούν αυστηρά, όπως ορίζει ο νόμος. Ήταν μια καλή ευκαιρία να βρω κάποιους από τους επιχειρηματίες-ήρωες που πράττουν βάσει του νόμου, την ώρα που οι περισσότεροι συνάδελφοί τους αυθαιρετούν, χωρίς κανένα κόστος, χωρίς κανέναν έλεγχο, αφημένοι στο έλεος μιας πολιτείας που ψήφισε και διαφήμισε το νόμο, αλλά ποτέ δεν προσπάθησε να τον εφαρμόσει, κάνοντας δήθεν, λόγω κρίσης, τα στραβά μάτια, ώστε να μη χάσουν οι επιχειρηματίες την πελατεία τους. Το αποτέλεσμα; Ένα σκηνικό αθέμιτου ανταγωνισμού στο χώρο των εστιατορίων (για μπαρ, κλαμπ  και μπουζούκια δεν κάνω καν λόγο, γιατί εκεί δεν το εφαρμόζει κανείς), όπου οι επιχειρηματίες που πάνε «με το σταυρό στο χέρι» νιώθουν ως συνήθως στην Ελλάδα… οι ηλίθιοι της υπόθεσης. Έναν αθέμιτο ανταγωνισμό που ξεκινά από το κράτος, το οποίο επιτρέπει ανεξέλεγκτα τις παραβάσεις, και φυσικά τροφοδοτούμε και εμείς ως πελάτες. «Ωραίο το μαγαζί, αλλά εγώ, αν απαγορευόταν το κάπνισμα, δεν θα ξαναρχόμουν», μου είπε πρόσφατα μια φίλη για ένα εστιατόριο που επισκεφτήκαμε όπου μπορούσαμε να καπνίζουμε κανονικά. Εν ολίγοις, η κατά τα άλλα νομιμόφρων και Ευρωπαία φίλη θα «τιμωρούσε» τον νόμιμο επιχειρηματία και θα πήγαινε να δώσει τα λεφτά της στον παρανομούντα.

Μη με παρεξηγείτε, κι εγώ καπνίστρια είμαι και απολαμβάνω όσο και οι υπόλοιποι το τσιγάρο πριν και μετά το φαγητό. Όπως το απολάμβανα και στο γραφείο, πριν απαγορευτεί από τον εργοδότη μου το κάπνισμα. Στην αρχή, μου φάνηκε σαν το τέλος του κόσμου -«θα γράφουμε χωρίς να καπνίζουμε, πού ακούστηκε;»- όμως σύντομα ανακάλυψα τη μαγεία του καθαρού εργασιακού χώρου και δεν θα γύριζα με τίποτα στην πρότερη κατάσταση. Εν συντομία, όλα είναι μια συνήθεια, την οποία πρέπει κάποιος αρχικά να επιβάλει και μετά οι υπόλοιποι να αναγνωρίσουμε, να εκμεταλλευτούμε, τελικώς να απολαύσουμε. Κάπως έτσι ελπίζαμε να γίνει και με τα εστιατόρια όταν εφαρμόστηκε για πρώτη φορά ο νόμος Αβραμόπουλου την 1η Ιουλίου του 2009. Μόνο που, επτά χρόνια αργότερα, η τήρηση του νόμου αποτελεί εξαίρεση και οι επιχειρηματίες που την κάνουν συχνά την… πληρώνουν ακριβά.

(*) Διαβάστε το υπόλοιπο άρθρο στο: kathimerini.gr