protagon.gr*

Μια αμερικανική μελέτη που σύγκρινε τις “τυφλές” αξιολογήσεις των πιο σοβαρών οινοκριτικών του κόσμου σε 74.000 φιάλες οίνων φέρνει νέα δεδομένα αφού δείχνει ότι τα κρασιά που παράγονται με φυσικές μεθόδους δεν είναι χαμηλότερης ποιότητας από τα αντίστοιχα συμβατικά.

 

Η παραγωγή βιολογικού κρασιού, βιοδυναμικού και πιο πρόσφατα εντελώς φυσικού κρασιού είναι παγκόσμια τάση, που ισχύει και στη χώρα μας δείχνοντας αν μη τι άλλο τη στροφή τόσο των παραγωγών όσο και των καταναλωτών σε πιο φυσικά προϊόντα διατροφής. Το βιολογικό κρασί, όμως, εξακολουθεί να αποφεύγεται από μια μεγάλη μερίδα καταναλωτών που πιστεύουν ότι δεν είναι τόσο καλό, γευστικά τουλάχιστον. Η αλήθεια είναι ότι όπως συμβαίνει και με τα συμβατικά, υπάρχουν επίσης οικολογικά κρασιά που μπορεί να είναι κακά, καλά, μέτρια ή και εξαιρετικά. Το σημαντικό όμως είναι ότι μια νέα μελέτη καταρρίπτει το μύθο του «κακού» βιολογικού κρασιού αποδεικνύοντας ότι γευστικά είναι καλύτερο σε σχέση με το αντίστοιχο συμβατικό.

Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο UCLA της Καλιφόρνιας σύγκριναν τις αξιολογήσεις εμπειρογνωμόνων για περισσότερα από 74.000 κρασιά που δημοσιεύτηκαν σε τρία από τα καλύτερα περιοδικά κρασιού στον κόσμο.  Και ανακάλυψαν ότι τα κρασιά που φέρουν στις ΗΠΑ  την ένδειξη «οικολογικά πιστοποιημένο» (eco certified) βαθμολογήθηκαν (σε εκατονταβάθμια κλίμακα) με περισσότερες από 4,1 μονάδες κατά μέσο όρο από ό, τι τα μη βιολογικά αντίστοιχά τους.

Μια νέα μελέτη αποδεικνύει ότι γευστικά το βιολογικό κρασί είναι καλύτερο σε σχέση με το αντίστοιχο συμβατικό (REUTERS/Regis Duvignau)

«Τα αποτελέσματά μας έδειξαν ότι η υιοθέτηση της οικολογικής πιστοποίησης του κρασιού έχει μια σημαντική και θετική επίδραση στις αξιολογήσεις. Τα αποτελέσματα είναι ενδιαφέροντα, επειδή αντικρούουν τη γενική αίσθηση ότι τα «οικολογικά πιστοποιημένα» κρασιά είναι χαμηλότερης ποιότητας.», δήλωσε στην βρετανική εφημερίδα The Telegraph η καθηγήτρια Μαγκαλί Ντελμάς επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας στο Ινστιτούτο Περιβάλλοντος του UCLA.

Πού οφείλεται αυτό; Η καλλιέργεια χωρίς λιπάσματα μειώνει την απόδοση του αμπελιού, πράγμα που βελτιώνει την ποιότητα, γιατί το κλήμα χρειάζεται να ωριμάσει μικρότερη ποσότητα σταφυλιών και έτσι ο χυμός τους γίνεται πιο πυκνός και άρα πιο νόστιμος. Οι επιστήμονες εικάζουν επίσης ότι η υιοθέτηση βιολογικών πρακτικών και η μη χρήση φυτοφαρμάκων επιτρέπουν στους μικροοργανισμούς που υπάρχουν στο έδαφος να αναπτυχθούν, πράγμα που ενισχύει το άρωμα και τη γεύση των σταφυλιών και δίνει μια πιο αληθινή έκφραση του τερουάρ δηλαδή του φυσικού περιβάλλοντος της αμπέλου.

Ζωντανή γη

Συζητώντας τα αποτελέσματα της έρευνας με τον Πάνο Ζουμπούλη, έναν από τους πρώτους οινολόγους της γενιάς του που σπούδασε και εργάστηκε στο Μπορντό και τώρα συνεργάζεται με πολλά οινοποιεία στην Ελλάδα και στην Αργεντινή, ο διεθνής οινολόγος μου τόνισε ότι «το αμπέλι χρειάζεται απλά ζωντανή γη που σημαίνει συνέργεια της ρίζας και των μικροοργανισμών του εδάφους για να τρέφεται σωστά το φυτό.». Και το εξηγεί: «Το αμπέλι για να τραφεί χρειάζεται ελάχιστα ιχνοστοιχεία και κυρίως υδρογόνο, οξυγόνο και άζωτο που αποτελούν το 95% της τροφής του και τα παίρνει από τον αέρα. Όλη η γεωργία και η καλλιέργεια όμως είναι λάθος στημένη γιατί μάθαμε να ρίχνουμε στα φυτά νιτρικά και άζωτο για να παράγουν μεγάλες ποσότητες ενώ η φύση έχει φτιάξει τα φυτά έτσι ώστε χάρη στους μικροοργανισμούς που ζουν στο έδαφος σε συνεργασία με τα ριζίδιά τους να παίρνουν τις ουσίες που χρειάζονται από την ατμόσφαιρα. Το φυτό μπορεί να ζήσει μόνο του. Το αμπέλι δεν χρειάζεται λιπάσματα παρά μόνο τα υπολείμματα του κλαδέματος και τα τσίπουρα.»

 

(*) Διαβάστε το υπόλοιπο άρθρο στο : protagon.gr